
...εγώ και το αγριράδικο - ένα βότανο τόσο κοινό, που οι περισσότεροι από εμάς το προσπερνούν χωρίς να το βλέπουν πραγματικά.
Taraxacum officinale
Taraxacum officinale
...παρακολουθείστε το αγριοράδικο μέσα από τα μάτια μου και δες τε πως δεν
εμφανίζεται ως "βότανο που μας διδάσκει κάτι", αλλά ως μια άλλη μορφή ύπαρξης που συνομιλεί μαζί μου με τη δική της σιωπή, επιμονή και γνώση της γης.
...και εγώ η ntina δεν είμαι ο άνθρωπος-βοτανολόγος που γνωρίζει τα πάντα για εκείνο, αλλά ο άνθρωπος-βοτανολόγος που προσπαθεί να το ακούσει και να κατανοήσει την πραγματική βοτανική υπόστασή του!
...και φεύγω από τον μύθο και αφήνω το αγριοράδικο να γίνει ο συνομιλητής μου.
Αφετηρία της συνομιλίας μας το φιλοσοφικό ερώτημα που έχω αφήσει να αιωρείται στο κείμενό μου: Σαν ποίημα, σαν μύθος και πάλι για το αγριοράδικο! και το οποίο είναι: όταν θαυμάζουμε κάτι, θέλουμε πραγματικά να του μοιάσουμε ή αναγνωρίζουμε σε αυτό κάτι που ήδη υπάρχει μέσα μας;
Εγώ και το αγριοράδικο
Το αγριοράδικο και η τέχνη του να θαυμάζεις
-. Γιατί θέλησες να γίνεις σαν τον ήλιο; το ρώτησα.
Ήταν πρωί και το αγριοράδικο είχε ανοίξει το κίτρινο άνθος του προς το φως.
-. Δεν θέλησα να γίνω ο ήλιος, μου είπε.
-. Μα ο μύθος αυτό λέει.
-. Ο μύθος λέει αυτό που μπόρεσαν να δουν οι άνθρωποι. Εγώ θυμάμαι κάτι άλλο.
-. Τι θυμάσαι;
-.Θυμάμαι πως, όταν ο Θεός είπε στα λουλούδια να διαλέξουν το χρώμα τους, εγώ δεν διάλεξα ένα χρώμα. Διάλεξα όσα με έκαναν να αισθανθώ πως ο κόσμος είναι όμορφος.
Το κοίταξα προσεκτικά.
-. Δηλαδή δεν ήθελες να μοιάσεις στον ήλιο;
-. Όχι. Ήθελα να κρατήσω μέσα μου τον θαυμασμό που ένιωσα κοιτάζοντάς τον.
Έμεινα σιωπηλή.
Ίσως να υπήρχε εκεί μια διαφορά που εμείς οι άνθρωποι συχνά δεν προσέχουμε.
Νομίζουμε πως όταν θαυμάζουμε κάτι, θέλουμε να το αποκτήσουμε.
Να γίνουμε σαν εκείνο.
Να του μοιάσουμε.
Να το κάνουμε δικό μας.
Το αγριοράδικο όμως έμοιαζε να γνωρίζει κάτι διαφορετικό.
-. Και η νύχτα; το ρώτησα. Γιατί θέλησες να της μοιάσεις;
-. Γιατί η νύχτα μου έμαθε πως η σιωπή δεν είναι απουσία.
-. Και τα αστέρια;
-. Μου έμαθαν πως το φως δεν χρειάζεται να είναι μεγάλο για να υπάρχει.
Κοίταξα τότε το μικρούλι βότανο
Ήταν δύσκολο να πιστέψω πως ένα τόσο ταπεινό πλάσμα μπορούσε να έχει μέσα του τόση σκέψη.
-. Ίσως τελικά, του είπα, να μην ήθελες να γίνεις ούτε ήλιος ούτε νύχτα ούτε αστέρι.
-. Τώρα αρχίζεις να καταλαβαίνεις.
-. Τι;
-. Ότι δεν χρειάζεται να γίνουμε αυτό που θαυμάζουμε. Μπορούμε απλά να το αφήσουμε να μας διδάξει!
Η φράση του έμεινε για λίγο ανάμεσά μας.
-. Και ο Θεός; ρώτησα. Γιατί σου έδωσε όλα όσα ζήτησες;
-. Ίσως επειδή δεν ζήτησα να πάρω. Ζήτησα να μπορώ να εκφράσω αυτό που ένιωσα.
...και εγώ η ntina δεν είμαι ο άνθρωπος-βοτανολόγος που γνωρίζει τα πάντα για εκείνο, αλλά ο άνθρωπος-βοτανολόγος που προσπαθεί να το ακούσει και να κατανοήσει την πραγματική βοτανική υπόστασή του!
...και φεύγω από τον μύθο και αφήνω το αγριοράδικο να γίνει ο συνομιλητής μου.
Αφετηρία της συνομιλίας μας το φιλοσοφικό ερώτημα που έχω αφήσει να αιωρείται στο κείμενό μου: Σαν ποίημα, σαν μύθος και πάλι για το αγριοράδικο! και το οποίο είναι: όταν θαυμάζουμε κάτι, θέλουμε πραγματικά να του μοιάσουμε ή αναγνωρίζουμε σε αυτό κάτι που ήδη υπάρχει μέσα μας;
Εγώ και το αγριοράδικο
Το αγριοράδικο και η τέχνη του να θαυμάζεις
-. Γιατί θέλησες να γίνεις σαν τον ήλιο; το ρώτησα.
Ήταν πρωί και το αγριοράδικο είχε ανοίξει το κίτρινο άνθος του προς το φως.
-. Δεν θέλησα να γίνω ο ήλιος, μου είπε.
-. Μα ο μύθος αυτό λέει.
-. Ο μύθος λέει αυτό που μπόρεσαν να δουν οι άνθρωποι. Εγώ θυμάμαι κάτι άλλο.
-. Τι θυμάσαι;
-.Θυμάμαι πως, όταν ο Θεός είπε στα λουλούδια να διαλέξουν το χρώμα τους, εγώ δεν διάλεξα ένα χρώμα. Διάλεξα όσα με έκαναν να αισθανθώ πως ο κόσμος είναι όμορφος.
Το κοίταξα προσεκτικά.
-. Δηλαδή δεν ήθελες να μοιάσεις στον ήλιο;
-. Όχι. Ήθελα να κρατήσω μέσα μου τον θαυμασμό που ένιωσα κοιτάζοντάς τον.
Έμεινα σιωπηλή.
Ίσως να υπήρχε εκεί μια διαφορά που εμείς οι άνθρωποι συχνά δεν προσέχουμε.
Νομίζουμε πως όταν θαυμάζουμε κάτι, θέλουμε να το αποκτήσουμε.
Να γίνουμε σαν εκείνο.
Να του μοιάσουμε.
Να το κάνουμε δικό μας.
Το αγριοράδικο όμως έμοιαζε να γνωρίζει κάτι διαφορετικό.
-. Και η νύχτα; το ρώτησα. Γιατί θέλησες να της μοιάσεις;
-. Γιατί η νύχτα μου έμαθε πως η σιωπή δεν είναι απουσία.
-. Και τα αστέρια;
-. Μου έμαθαν πως το φως δεν χρειάζεται να είναι μεγάλο για να υπάρχει.
Κοίταξα τότε το μικρούλι βότανο
Ήταν δύσκολο να πιστέψω πως ένα τόσο ταπεινό πλάσμα μπορούσε να έχει μέσα του τόση σκέψη.
-. Ίσως τελικά, του είπα, να μην ήθελες να γίνεις ούτε ήλιος ούτε νύχτα ούτε αστέρι.
-. Τώρα αρχίζεις να καταλαβαίνεις.
-. Τι;
-. Ότι δεν χρειάζεται να γίνουμε αυτό που θαυμάζουμε. Μπορούμε απλά να το αφήσουμε να μας διδάξει!
Η φράση του έμεινε για λίγο ανάμεσά μας.
-. Και ο Θεός; ρώτησα. Γιατί σου έδωσε όλα όσα ζήτησες;
-. Ίσως επειδή δεν ζήτησα να πάρω. Ζήτησα να μπορώ να εκφράσω αυτό που ένιωσα.
Τότε κατάλαβα πως ο μύθος ίσως μιλούσε λιγότερο για το χρώμα των λουλουδιών και περισσότερο για την ίδια τη φύση της επιθυμίας.
Υπάρχει μια επιθυμία που λέει:
"Θέλω να έχω αυτό που έχεις"
Και υπάρχει μια άλλη:
"Θέλω να καταλάβω αυτό που είσαι"
Η πρώτη οδηγεί στην κατοχή.
Η δεύτερη στη μεταμόρφωση.
-. Και το λευκό σου; το ρώτησα ύστερα. Από πού ήρθε;
-. Από τη στιγμή που έπαψα να "κρατώ" τον εαυτό μου.
Κοίταξα το λευκό, ολοστρόγγυλο κεφάλι του.
Ήταν η στιγμή της ωριμότητάς του.
Δεν είχε πια το κίτρινο του άνθους.
Τώρα ήταν σχεδόν ολόκληρο λευκό, σαν μικρό φεγγάρι.
-. Τότε, είπα, το λευκό σου είναι η αποχώρηση;
-. Όχι.
-. Τι είναι;
-. Είναι η εμπιστοσύνη.
Και πριν προλάβω να ρωτήσω περισσότερα, φύσηξε ένα απαλό αεράκι.
Ένας σπόρος αποσπάστηκε.
Ύστερα ένας δεύτερος.
Κι ένας τρίτος.
Οι μικροί λευκοί σπόροι άρχισαν να ταξιδεύουν στον αέρα.
-. Τους αφήνεις να φύγουν; ρώτησα.
-. Δεν τους αφήνω.
-. Τότε;
-. Τους εμπιστεύομαι στη Γη.
Κοίταξα τους σπόρους να απομακρύνονται.
Ίσως αυτή να είναι η πιο δύσκολη μορφή αγάπης: να δημιουργείς κάτι και ύστερα να του επιτρέπεις να φύγει από κοντά σου.
-. Και αν δεν επιστρέψουν;
Το αγριοράδικο έμοιασε να χαμογελά.
-. Δεν είναι ανάγκη να επιστρέψουν σε μένα.
-. Τότε σε τι ελπίζεις;
-. Στη συνέχεια.
Και τότε κατάλαβα πως το αγριοράδικο δεν μου μιλούσε πια για τον ήλιο, ούτε για τη νύχτα, ούτε για τα αστέρια.
Μου μιλούσε για εμάς.
Για εκείνο το παράξενο πλάσμα που λέγεται άνθρωπος και που περνά μεγάλο μέρος της ζωής του προσπαθώντας να κρατήσει κοντά του όσα αγαπά.
Κι όμως, η φύση λειτουργεί διαφορετικά.
Ο ήλιος δίνει το φως του χωρίς να το χάνει.
Η νύχτα κρατά τη σιωπή χωρίς να τη φυλακίζει.
Τα αστέρια φωτίζουν χωρίς να ζητούν να τα πλησιάσουμε.
Και το αγριοράδικο;
Ανθίζει.
Ωριμάζει.
Λευκαίνει.
Και όταν έρθει η ώρα, αφήνει τα μικρά του αστέρια να ταξιδέψουν.
Όχι επειδή τελείωσε η ζωή του.
Αλλά επειδή η ζωή του συνεχίζεται πέρα από αυτό.
Το κοίταξα για μια ακόμα φορά.
-. Τελικά, αγριοράδικο, τι χρώμα διάλεξες εκείνη την ημέρα;
-. Δεν διάλεξα χρώμα.
Διάλεξα να μπορώ να αλλάζω.
Και ίσως γι' αυτό μου χάρισαν όλα τα χρώματα που αγάπησα.
Υπάρχει μια επιθυμία που λέει:
"Θέλω να έχω αυτό που έχεις"
Και υπάρχει μια άλλη:
"Θέλω να καταλάβω αυτό που είσαι"
Η πρώτη οδηγεί στην κατοχή.
Η δεύτερη στη μεταμόρφωση.
-. Και το λευκό σου; το ρώτησα ύστερα. Από πού ήρθε;
-. Από τη στιγμή που έπαψα να "κρατώ" τον εαυτό μου.
Κοίταξα το λευκό, ολοστρόγγυλο κεφάλι του.
Ήταν η στιγμή της ωριμότητάς του.
Δεν είχε πια το κίτρινο του άνθους.
Τώρα ήταν σχεδόν ολόκληρο λευκό, σαν μικρό φεγγάρι.
-. Τότε, είπα, το λευκό σου είναι η αποχώρηση;
-. Όχι.
-. Τι είναι;
-. Είναι η εμπιστοσύνη.
Και πριν προλάβω να ρωτήσω περισσότερα, φύσηξε ένα απαλό αεράκι.
Ένας σπόρος αποσπάστηκε.
Ύστερα ένας δεύτερος.
Κι ένας τρίτος.
Οι μικροί λευκοί σπόροι άρχισαν να ταξιδεύουν στον αέρα.
-. Τους αφήνεις να φύγουν; ρώτησα.
-. Δεν τους αφήνω.
-. Τότε;
-. Τους εμπιστεύομαι στη Γη.
Κοίταξα τους σπόρους να απομακρύνονται.
Ίσως αυτή να είναι η πιο δύσκολη μορφή αγάπης: να δημιουργείς κάτι και ύστερα να του επιτρέπεις να φύγει από κοντά σου.
-. Και αν δεν επιστρέψουν;
Το αγριοράδικο έμοιασε να χαμογελά.
-. Δεν είναι ανάγκη να επιστρέψουν σε μένα.
-. Τότε σε τι ελπίζεις;
-. Στη συνέχεια.
Και τότε κατάλαβα πως το αγριοράδικο δεν μου μιλούσε πια για τον ήλιο, ούτε για τη νύχτα, ούτε για τα αστέρια.
Μου μιλούσε για εμάς.
Για εκείνο το παράξενο πλάσμα που λέγεται άνθρωπος και που περνά μεγάλο μέρος της ζωής του προσπαθώντας να κρατήσει κοντά του όσα αγαπά.
Κι όμως, η φύση λειτουργεί διαφορετικά.
Ο ήλιος δίνει το φως του χωρίς να το χάνει.
Η νύχτα κρατά τη σιωπή χωρίς να τη φυλακίζει.
Τα αστέρια φωτίζουν χωρίς να ζητούν να τα πλησιάσουμε.
Και το αγριοράδικο;
Ανθίζει.
Ωριμάζει.
Λευκαίνει.
Και όταν έρθει η ώρα, αφήνει τα μικρά του αστέρια να ταξιδέψουν.
Όχι επειδή τελείωσε η ζωή του.
Αλλά επειδή η ζωή του συνεχίζεται πέρα από αυτό.
Το κοίταξα για μια ακόμα φορά.
-. Τελικά, αγριοράδικο, τι χρώμα διάλεξες εκείνη την ημέρα;
-. Δεν διάλεξα χρώμα.
Διάλεξα να μπορώ να αλλάζω.
Και ίσως γι' αυτό μου χάρισαν όλα τα χρώματα που αγάπησα.
κείμενo και επιμέλεια κειμένου:ntina/thalia



